Με την υπ’ αριθμόν Α3190/2025 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά (8ο τμήμα) πετύχαμε την ακύρωση της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας που επέβαλε το Ελληνικό Δημόσιο κατά ακινήτου του εντολέως μας, έπειτα και από τη δημοσίευση της με αριθμό 1545/2024 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας αναφορικά με το ζήτημα της ερμηνείας και εφαρμογής του τεκμηρίου της παρ. 5 του άρθρου 5 του ΚΔΦ.
Συγκεκριμένα, με την προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας, επιβλήθηκε, σε εκτέλεση σχετικής έγγραφης παραγγελίας του Προϊσταμένου Δικαστικού - αναπληρωτή Διευθυντή της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών, αναγκαστική κατάσχεση επί του επίδικου ακινήτου, για την είσπραξη οφειλών του εντολέως μας προς τη Φορολογική Αρχή. Οι οφειλές προέρχονταν από βεβαιωμένες οφειλές της εταιρείας προς το Δημόσιο από χρεωστικές δηλώσεις, πρόστιμα ΦΠΑ, ΦΜΥ, τις οποίες ο εντολέας μας κλήθηκε να καταβάλει με την ιδιότητα του συνευθυνόμενου διευθύνοντα συμβούλου της.
Με την κρινόμενη ανακοπή μας ΚΕΔΕ, ζητήσαμε την ακύρωση της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, προβάλλοντας προεχόντως ότι ουδέποτε κοινοποιήθηκε στον εντολέα μας ατομική ειδοποίηση υπερημερίας πριν την επιβολή της ένδικης κατάσχεσης της ακίνητης περιουσίας του.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Φορολογική Διοίκηση οφείλει να αποδείξει, με κάθε πρόσφορο τρόπο την πραγματική παραλαβή της ατομικής ειδοποίησης από τον ανακόπτοντα ή την πλήρη γνώση του περιεχομένου της από αυτόν και ότι δεν αρκεί η απλή κοινοποίηση με συστημένη επιστολή ΕΛΤΑ, εφόσον η κοινοποίηση αυτή αμφισβητήθηκε από τον ανακόπτοντα πριν την επιβολή της ένδικης κατάσχεσης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Δικαστήριο ακύρωσε την προσβαλλόμενη κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας του εντολέως μας.